Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2005

Γιώργος N. Μανέτας - Ανθολόγιο Ποίησης


⚓ POEMA POSEIDONIA OCEANICA ⚓


Ο  Γιώργος  Ν. Μανέτας, είναι ναυτικός και ποιητής. Γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1961 στην Αθήνα, από Κερκυραίους γονείς. Από το 1977 ταξιδεύει στο κατάστρωμα με φορτηγά και γκαζάδικα ποντοπόρα πλοία. Με τη σύζυγό του Lizete, έζησε για λίγο καιρό στο Rio de Janeiro της Βραζιλίας και κατόπιν επαναπατρίστηκε. 
Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών από τα τέλη της προηγούμενης χιλιετίας.

'Eχει εκδώσει τα βιβλία:

Θάλασσα, ποιήματα (1997) 
Αστρολάβος, ποιήματα (1998) 
Οξυτέρα Εγγυτάτη, ποιήματα (1999) 
Ναυσίν Άριστοι,  ποιήματα (2001)
CD Ανθολογία Ποιημάτων (2004)


Ανθολόγιο 

Ποιήματα "Της Θάλασσας" ... 1977 - 1996 


Μνήμες

Στον άταφο ναύτη

Στην γοερή σού ορκίζομαι κείνη κραυγή του φάρου
και στου βυθού που ξάπλωσες την άμμο τη νωπή,
θύρα να βρω στα βάθη της ν' ανταμωθώ του Χάρου
τ' ανήλια εκείνα δώματα που κατοικεί η σιωπή.

Κι όταν θα βρω το σκοτεινό του Χάροντα λημέρι,
τα πιο ακριβά μαλάματα θα δώσω και σκουτιά,
για να σου σφίξω ακόμη μια στερνή φορά το χέρι
πριν σε πλαγιάσει ατίμητο του ερέβους η ερημιά.

Πριν να σε λούσει πένθιμα το φως απ' το φεγγάρι
και πριν της λήθης τ' όνομα στην πέτρα σου γραφτεί,
βάζω την πένα στο χαρτί και κάνω την δοξάρι
για να τους πω πως χάθηκες δίχως κλαυθμό, ταφή:

Λέξεις συλλέγω ιάσμινες να πλέξω το στεφάνι
μα η ρίμα βγάζει συμφορά και στεναγμού λυγμό.
Στο θλιβερό ταξίδι σου, η πένα μου αποκάνει,
πενθεί και υγραίνει ως να 'τανε κι εκείνη από πνιγμό.


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Θύμηση


Πάλι χθες στο εικονοστάσι σαν να σβήστηκε το φως μου·
γιε μου - εσύ, πικρό κομμάτι της ζωής μου, μακρινό...
σε ποιας Θάλασσας τη μέση, σε ποιαν άκρη αυτού του κόσμου
ταξιδεύεις και δεν βλέπω πίσω να ΄χεις γυρισμό;

Σαν να μου χτυπάει την πόρτα κάθε θόρυβος που φτάνει
μα στην κάμαρά σου, γιε μου, το κρεβάτι σου αδειανό.
Το κρεβάτι αυτό που στρώνω και χαϊδεύω, - που 'χα 'γιάνει
το κορμάκι σου εκεί πάνω· τώρα μοιάζει νεκρικό.

Θέλω λίγο ν' αγκαλιάσω την ανέγγιχτη ψυχή σου
πριν τα μάτια μου σφαλίσω και δεν έχουν μνήμη πια.
Έλα, εγώ μονάκριβέ μου που καρτέραα τη ζωή σου
και τη στόλιζα με τ' άνθη της ψυχής μου, γιασεμιά.

Πριν η νύχτα χαμηλώσει και μ' αγγίξει το σκοτάδι
και σ' αυτό το εικονοστάσι πια το φως μου σκορπιστεί,
έλα να σ' αγγίξει λίγο της υστέρησης το χάδι,
και της θύμησής σου ο πόνος κάπως μέσα μου σβηστεί.


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Θα 'χω να λέω


Όταν τα χρόνια γείρουνε στις πλάτες μου βαριά,
από το μόλο κι ύστερα θε να κοιτάω τα πλοία
ώστε, παλιές μου θύμισες που θα 'ρχονται στο νου,
θα νοσταλγώ κι αδιάκοπα θα γράφω σε βιβλία.

Θα 'χω, να λέω για θάλασσες και γι' άγνωστες ακτές
και για νησιά που μου 'τυχαν στην ομιχλώδη αιθάλη,
ώστε, στους χάρτες να 'χουνε σαν στίγμα οι ναυτικοί,
για να μπορούν τη θέση τους να ξαναβρίσκουν πάλι.

Θα 'χω, να λέω για τα παλιά ξυλάρμενα σκαριά
και πώς, τις νύχτες ζώνανε τ' αλλόκοσμα απ' τα βύθια,
ώστε, ιστορίες οι ξέμπαρκοι που λένε, ναυτικοί,
να διηγούνται ευφάνταστα, καθώς στα παραμύθια.

Θα 'χω, να λέω πώς του βυθού το διάφεγγο το φως
και πώς, τρεμόσβηναν μετά σα καντηλέρια τ’ άστρα,
ώστε, γι’ αυτούς που χάθηκαν στ’ απύθμενα νερά,
πάνω στο υγρό του τάφου τους, ν’ αφήνουνε μια γλάστρα.

Θα 'χω, να λέω γι' αρματωσιές σε δάση καταρτιών
και για ναυάγια που 'χω δει στην πάλλευκή της κόμη,
ώστε, αυτοί που θα 'ρχονται τα χάη της για να δουν,
να 'χουν να λεν, στην άβυσσο πως βρέθηκαν· κι ακόμη

τι για ρεστίες και γι' άμπωτες! τι γι' αληγείς, ανέμους!
Θα 'χω, να λέω πώς κράζανε στο κύμα τα θεριά,
ώστε, αυτά που αντίκρισα στου κύματος τη ράχη,
να τα μπορούν και οι άπλευστοι, να ζουν απ' τη στεριά.

Κι όπως… θα λέω για θύμησες με στοχασμό περισσό,
γράφοντας για της θάλασσας κάθ' άσχημο κι ωραίο,
από το μόλο κι ύστερα, τα πλοία ως θα κινούν,
θα τα κοιτώ περίλυπος και με λυγμούς θα κλαίω. 


Aτλαντικός 5/1982


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Βαρδιάτορες


Κάποιες φορές, στης βάρδιας τις ατελείωτες ώρες,
ψάχνοντας φώτα στο πυκνό και αδιόρατο σκοτάδι,
κείνα τα βλέφαρα βαριά κινούν γι' άλλο ταξίδι.
(Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, τι φταίω και βασανίζεις;)

Στην άκρατη τούτη σιγή νείρεται ο νους τ' αστέρια
κι ένα ταξίδι αδιάκοπο προς στ' άγνωστο πασχίζει
χαράσσοντας στίγμα να βρει ποιον ήλιο θα διαλέξει.
(Α μαύρη που 'σαι ξενιτιά, και νυχτοκόπα Μοίρα).

Κι ως ταξιδεύει του μυαλού τ' ονειρικό καράβι,
και ψάχνει απάνεμο να βρει λιμάνι ν' απαγκιάσει,
το 'να του μάτι ξαφνικά ξανοίγει και θυμάται.
(Α στεριανέ καλότυχε, που σε κρεβάτι γέρνεις).

Ορθώνει τότε το κορμί κι ανήσυχα κοιτάζει
βγαίνοντας δήθεν καθαρά να δει από την βαρδιόλα
κείνα τα φώτα που 'ψαχνε στ' αδιόρατο σκοτάδι.
(Τα χελιδόνια της νυχτός, μαύρους σταυρούς θυμίζουν).

Βρίσκει για πρόσχημα να πει πως είδε φως που λάμπει
ώστε της δρόσου τ' αυγινό να τον ξυπνήσει αγέρι
κι οπτήρας πάλι φυσικός το πόστο του να πιάσει.
(Τις κουπαστές, χαράζαμε δυο μαχαιριές τη μέρα).


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Γραίγος


- Έλα στην πλώρη να με βρεις
με το φανάρι της θυέλλης.
Από το γκρίζο της νεφέλης
μοιάζεις το φως της λυκαυγής.

Ανέβα πάνω στην ανέμη! Δες, γυρίζει;
Βίρα την άγκυρα στη μπόμπα τη λειψή.
Αν με το σκόρτσα η ματισιά δεν τη στηρίζει,
βάλε το χέρι στην ανάγκη, το δεξί.

Παίξε σινιάλο με τα φώτα της θυέλλης
και προφυλάξου, απ' τον καιρό που σε χτυπά.
Άμα σε χάσω από το θάμπος της νεφέλης
σε ξαναβρίσκω, στις ακτές του Μακαπά.

Σιέστα σε ρέπι, με μαυλίστρα της Μακούμπα, 
ψυχρή, σαν πράσινη γουστέρα του Νεπάλ.
Στο Πόρτο Βέλιο ταξιδεύεις, στη Καρούμπα,
στο Μάτο Γκρόσο, στη Μπραζίλια, στο Νατάλ.

- Μα τι λογιάζεις μες στο βράδυ;
Στέκω της γέφυρας σκοπός!
- Σε βγάζω μέσ' απ' το σκοτάδι,
στο νοερό διάχυτο φως!

©Γιώργος Ν. Μανέτας


Της θάλασσας και της στεριάς

Πλησιέστεροι της αβύσσου, μόνον οι της ποιήσεως μυημένοι


Κάθε που βράδιαζε, το σπίτι ονειρευόσουνα,  
φύλλα μυρτιάς κι ένα κλωνί βασιλικού. 
Κάποια ροδιά, που από μικρός εκεί κοιμόσουνα, 
τη φανταζόσουνα σκοπό, παραμυθιού. 

Αυτή τη θάλασσα, σου 'λεγα, να τη σκιάζεσαι. 
Δεν επιτρέπονται παιχνίδια του μυαλού. 
Εδώ 'χει τέρατα - θεριά, κι αυτό να νοιάζεσαι· 
δεν έχουν χώρο εδώ, τα αισθήματα του νου. 

Εδώ, είν' ο Θάνατος σκοπός, - κοίτα πώς στέκεται ...  
Τα παραμύθια εδώ δεν έχουνε χρησμούς. 
Ούτε ορισμούς θα βρεις, η μοίρα καθώς πλέκεται, 
πάλι ξεπλέκεται, με αέναους χωρισμούς. 

Εδώ, χορεύουν τα στοιχειά, κι είν' όλα δύσβατα. 
Μαυροντυμένες, είν' οι δόλιες μας ψυχές. 
Πού 'ναι το φως; Πού 'ν' της χαράς μας τα δακρύσματα; 
Εδώ, φυτεύουμε οικτιρμούς, συνενοχές. 

Εδώ, είν' ο θόλος, το λημέρι κάθε θάνατου! 
Εδώ είν' οι πάροδοι, με τ' άγρια του θεού. 
Εδώ δεν έφερε κανένας μας τη μάνα του·
oύτε λιβάνι και καντήλι, στεριανού. 

ΙΙ 

- Δεν έχει,  δέντρα η θάλασσα, κι απάνω τους αηδόνια;
Δεν έχει  ανθρώπινες φωνές, χαρές και περιπάτους;
- Δεν έχει, δέντρα και φωνές, περίπατους κι αηδόνια.
Αυτά, που φέρουνε λαλιά, στ' ανθρώπινα δε μοιάζουν.

- Ούτε σταυρό; Ούτε πομπή; Ούτε κι οσμή λιβάνου; 
Ούτε τα μύρα - επτάνησα των λουλουδιών μου, εκείνα ...;
- Ούτε καντούνι να διαβείς, στεριά για να σε δούνε 
να σε ξεπροβοδίσουνε, στ' αχώματο μνημούρι. 

- Ούτε καμπάνες, σήμαντρα, θ' ακούσω να χτυπάνε; 
Ούτ' ένα δέντρο, τόσο δα, να 'χει σκιά η ταφή μου; 
- Ούτε σε χλόη μη δροσιστείς, ούτε να την αγγίξεις, 
θα τρέξουν τα βαθύρριζα, πριν πάνω της κυλήσεις. 

- Ούτ' αδερφός, για να με δει; Παπάς, να με διαβάσει; 
Ούτε αγρυπνίας συγχώρεση μη νιώσω στις αισθήσεις; 
Ούτε την πένθιμη κραυγή, της μάνας μοιρολόγι 
ν' αφουγκραστώ και μέσα μου, να πάρω στο ταξίδι ...; 

- Ούτ' αδερφός, στη θάλασσα, ούτε μητέρα, μπαίνει ...
Ούτε σταυρός, ούτε πομπή, ούτε κι οσμή, λιβάνου. 
Σ' αυτήν εδώ, τη θάλασσα, μήτε και Χάρος, μένει ...
Σαν βρεις εξώθυρα να μπεις, δεν βρίσκεις, για να φύγεις ...

IΙΙ 

- Εδώ, σ' αυτή τη θάλασσα, μάτι δε φτάνει ανθρώπου; 
- Ούτε κι ανθρώπινες φωνές θ' ακούσεις, να μιλάνε. 
Εδώ, μόνο γλαρόπουλα που σιγοτραγουδάνε, 
που 'χουν παιδιάτικες φωνές, όμοιες με των αγγέλων. 

Εδώ, δεν έχει ένα κλωνί, χορτάρι να πατήσεις, 
ούτε παράθυρο ανοιχτό, ρημάδι, λίγο κήπο. 
Δεν έχει δρόμο να διαβείς, πόρτα, ν' ακούσεις χτύπο. 
Εδώ, η σιωπή είν' ανείπωτη, μόνο αφρισμοί κυμάτων.

Εδώ, δεν έχει να χαρείς, ν' αγαπηθείς, δεν έχει! 
Ούτε 'χει μάνα κι αδερφή, κάποιον, να σου μιλήσει. 
Μόνο ακατάληπτες φωνές, μόνο θυμοί και μίση. 
Εδώ, δεν έχει πεθαμό, μόνο πνιγμό έχει, μόνο...


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Εσπεράνσα


Πυρόξανθη, σαν τη φωτιά και σαν τον ήλιο, ξένη,
κοχύλι ψάχνω να κρατεί τα γκρέμια σου μαλλιά.
Λυσίκομη, δεν σε θωρώ στο φως οπού σε ραίνει.
Φασματική, δε σε μπορώ να σ' έχω γι’ αγκαλιά.

Κι αν δε σε γνώρισα ποτέ, κι αν καθαρά δε σ' είδα - 
ως λικνιζόταν το κορμί στο λιγοστό το φως, 
την ώρια έλουζε σκιά μια μαγεμένη αχτίδα,
τόσο, που ποίημα μου 'γινε κι απώτερος σκοπός:

«Tη γνώρισα μια Κυριακή μες στη βροχή 
κι ήθελα τόσο να της πω μια καλησπέρα,
όταν οι στάλες πέφτανε με τον αέρα
και υγραίναν του προσώπου της κάθε πτυχή.

Είχε μι' αρχέγονη ομορφιά το σώμα της,
κισσός πλεγμένος πέφταν τα μαλλιά της,
το κόκκινο στα χείλη είχε το στόμα της
και κάτι από τα σύννεφα η ματιά της.

Πάνω της, κίτρινο φορούσε το φεγγάρι
και σκουλαρίκι έναν αστέρα λαμπερό.
Έμοιαζε κύμα ζωγραφιάς, ανέμου χάρη!
Είχε τον ήλιο περασμένο στο λαιμό.

Είχε πια φύγει όταν με πήρε το σκοτάδι,
με τη βροχή, προς ένα γκρίζο ουρανό.
Μες στα ταξίδια, είναι ο πόνος και το χάδι,
που ακολουθούν σε κάθε τόπο μακρινό».

Μπορώ σε θάλασσα βαθιά, σφοδρά τρικυμισμένη.
Να ζω στην άβυσσο μπορώ με γύρω μου στοιχειά.
Μα δεν μπορώ να σε ξεχάσω, ξένη αγαπημένη.
Απ' έρωτα μου 'χει πληγεί, η δύστυχη καρδιά.


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Oι πεθαμένοι


Μήπως… γνωρίζοντας το ριζικό μου
τα νύχτια σχήματα, πριν γεννηθώ,
στα βάθη φτιάχνανε κάτι δικό μου…
που δυσκολεύομαι να θυμηθώ;

Μήπως… είν' όνειρο, κι οι πεθαμένοι
φτάσαν νυχτιάτικα μέχρις εμέ;
Μην είναι φίλοι μου, αγαπημένοι;
Πόνο λιγότερο δώσε καημέ!!

Μήπως… γι' απόκριση, να περιμένω
κάτι απ’ τον πόνο τους, κάποια κραυγή;
Τη σεπτή σάρκα τους να τήνε ραίνω;
Πλάσματα, oρέγεστε πριν την αυγή;

Μήπως… να βύθιζα στην αγκαλιά τους
κι αδιάφορα να μη σκιαχτώ;
Απ' τα λυσίκομα, μαύρα μαλλιά τους,
να 'φτιαχνα κόμπους μου για φυλαχτό;

Μήπως… στ' απόκρημνα της ειμαρμένης
κι αντί στη θέση τους, βρίσκομ' εγώ;
Μήπως… μολύνθηκα μιας ξεχασμένης
αρρώστιας άγνωστης, γι' αυτό ριγώ;

Μήπως…με στοίχειωσαν αυτά που είδα…;
Νάν' της ξαγρύπνιας μου, τα φοβερά!!
Αχ, και να λύτρωναν στην πρώτη αχτίδα,
βόγκοι και ψίθυροι και πνιγερά!!


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Κόκκινο 


Ντυνόσουν με το κόκκινο να σου ποθούν τα χείλη.
Βιαζόσουν, για ν' αγαπηθείς πριν η καρδιά σβηστεί.
Της παρθενιάς το τίμημα στο καθαρό μαντήλι
το ξόδεψες, χωρίς να δεις τον Έρωτα - ληστή.

Αυτός ο κόσμος δεν χωρά για που 'θελες να παίξεις.
Παράσκυψες να τον διαβείς μα η κλειδωνιά κλειστή.
Συνωστισμοί που προσδοκούν τ' άλικο φως να φέξεις
προσμένουν, για τ' αγγελικό δίχως πτυχές κορμί.

Πληθυντικός το στόμα σου και το χαμόγελό σου.
Ήρθ' ο καιρός και πέταξες με τα φτερά κλειστά.
Παρακαλούσες να μη δεις μπροστά το διάβολό σου.
Που σ' ενοχλούσαν φέγγουνε τα κόκκινα σβηστά.

Πλήθη τ' αφίλητα πενθούν τεφρά τώρα σου χείλη.
Ο νυκταλήτης διάττοντας περνάει και σε θρηνεί. 
Τ' αγγέλου ακούστηκε λυγμός λιγόθυμος στην πύλη. 
Αστράφτει. Γύρω σου βροχή. Σιγή παντοτινή.


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Σχεδία


Σε φως κυανό των αστεριών σε θέλω ν' αντικρύσω.
Σε κάποιο ακύμαντο βυθό να σε συναντηθώ.
Τα δροσερά τα χείλη σου μεμιάς να τα φιλήσω.
Να σ' αγκαλιάσω κι ύστερα για να σε κοιμηθώ.

Ρανίδα ήθελ' απ’ άσωτο σανίδι να με βρέχεις.
Ένα κατάρτι ξεβρασμένο απ' άγριο σου καιρό.
Της αμμουδιάς κόκκος ξανθός σιμά σου για να μ' έχεις.
Άρμη λευκή του αλμόλοιπου με γύρω σου τ' ωχρό. 

Ήθελα εγώ στο πέλαγο λευκό πανί χαμένο.
Βάρκα που ξέσυρε ο καιρός και πήγε την μακριά.
Του ναυαγού που χάθηκε το ντύμα το βρεγμένο.
Βράχος να στέκω αμέριμνος σε κάποια σου ερημιά.

Ήθελ' αγέρας! κι ήθελα του σύννεφου η βροχούλα,
για να φιλιώνω τα γλυκά με τ' αλμυρά νερά.
Του νόστου να 'μαι η φαντεζί του κόλπου σου βαρκούλα.
Ήθελα γλάρος, πάνω σου μ’ ώρια λευκά φτερά.

Έν' ανεμόδαρτο ήθελα να 'μαι σκαρί στο κύμα,
να ταξιδεύω μέσα σου σ' ολόκληρη τη γη.
Να 'σαι του έρωτα ο καημός και η στόχαση στη ρίμα.
Να 'σαι η δροσιά στου ξύλου μου την αλμυρή πληγή.

Ανάπαψη να μη χαρώ πριν να με κάνεις κύμα.
Πριν να με κάνεις πέλαγο μ' αγέρα και βροχή.
Έλα, του ονείρου Θάλασσα, στολίδι μου στη ρίμα,
με άτι λευκό καλπάζοντας, για να χαρεί η ψυχή.


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Σελήνη 


Ας κληρωθείς πού σκέφτεσαι, Σελήνη.
Κλίνη ακριβή να γείρεις,
να μη ξοδεύεσαι
στις κουπαστές των αναχωρητών,
πειθαρχώντας στις μνήμες των…

Χαρτογραφώ σε, νύμφη αστρική
και χλωμή περιδίνηση.
Και πάσχω ευγνωμοσύνης
σε κάθε μου στόχαση!


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Σελήνη II


Σα νύφη κρινοστόλιστη και σαν αμυγδαλιά
μοιάζεις χλωμή σελήνη,
κι άλλοτε με γυμνόστηθη πανώρια κοπελιά,
που το κορμί της γδύνει.

Φαντάζεις έτσι ως σε θωρώ έν' ακριβό πετράδι,
καθώς σε δαχτυλίδι,
μακριά και γύρω από της γης τ' απόμακρο σκοτάδι,
φανταχτερό στολίδι.

Έλα κι απώθησε σιμά τ' αργυροκέντημά σου,
να καμωθώ στο φως σου,
να πάρω από το κέντημα κι από το κόσμημά σου,
να δω το πρόσωπό σου.

Ω, νύφη, ασημόφτιαχτη και ακριβοθωρούσα,
που 'θελα εγώ κοντά σου,
που 'θελα για να σε ντυθώ εγώ η μαυροφορούσα,
φορώντας τα πλεχτά σου.

Έλα μου, κύκνε αέναε των αργυρών ονείρων,
και γείρε στο κρεβάτι,
να σου γνωρίσω τ' άνθη μου κι απ' την οσμή των μύρων
τα κρίνα, την ελάτη!


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Θυμάσαι…;

Θυμάσαι, γιε μου, τη γιαγιά
που ερχότανε στη σιγαλιά
της νύχτας, να σε πάρει;
Που παραμύθια να σου πει 
της ζήταγες, μικρό παιδί,
με το φεγγάρι;

Θυμάσαι, που με προσμονή
τη νεραϊδίσια της φωνή,
ήθελες μόνο;
Να σου χαϊδεύει τα μαλλιά
και να γιατρεύει με φιλιά,
τον κάθε πόνο;

Τώρα, σε ζήτησε η γιαγιά
και λέει, πως σου χρωστάει φιλιά.
Παράπονο έχει.
Πριν απ' τον κόσμο αυτό χαθεί,
θέλει με σε ν' αγκαλιαστεί.
Πια δεν αντέχει.

Έλα, για λίγο! Θα χαρεί…
Λέει πως το σώμα της βαρύ,
- στερνή φορά της…
Έλα, καμάρι μου κι εσύ,
έλα να πέσουμε μαζί,
στην αγκαλιά της.

©Γιώργος Ν. Μανέτας


Το κέντημα


Κίνησες πάλι για ταξίδι. Στο καλό.
Μηδέ που πρόλαβα ν' ανοίξω το μαντήλι.
Στη θύμησή σου, πλέκω κέντημα – γιαλό.
Θάλασσα λάδι σαν π' ανάβω το καντήλι.

Τα χρώματά του θέλω πάντα ζωντανά.
Βυθούς ακύμαντους στολίζω με κοχύλια.
Ένα γλαρόπουλο προσθέτω που περνά 
σ' έναν ορίζοντα, περίπου δέκα μίλια.

Δίνω στο φόντο λίγο αγέρα της νυχτός.
( Πώς ν' αποδώσω, ως γκρεμίζουνε τ' αστέρια;
Ήθελα ο κόσμος μας σαν κέντημα πλεχτός).
Μια δόση αυγής δίνω, κι αρπάζω το στα χέρια.

Γκρεμίζω! Φτιάχνω! Λάθος κόμποι στον καμβά.
Το καραβίσιο το σκαρί δίχως προπέλα.
( Πίσω απ' τα χρώματα του νόστου, τ' ακριβά,
σου 'κρυψα τ' άλικο το φως, απ' τα μπορντέλα).

Δυο κόμποι ανάστροφοι με τάνγκο βελονιά,
είδωλο δίνουν μια γοργόνα που χορεύει.
Όσο τους σφίγγεις, σου ξεπλέκει απ' τη γωνιά,
λικνίζει τ' ώριο της κορμί, και σου τον κλέβει!

..............................

Ένα καράβι, κέντησα, μ' αρματωσιά γερή.
Θέλω, πριν ρίξω στα νερά, να το βαφτίσω Ελλάδα!
Πανώριο πέρα να κινεί σε νύχτα δροσερή.
Στου φεγγαριού, τη διάφεγγη να χάνεται χλωμάδα.


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Βαρδιάτορες ΙΙ


Στην έρημη απ’ ανθρώπους τούτη θάλασσα
και κάτω απ’ το θερμό του Νότου αγέρι,
νυχτερινοί ψιθυρισμοί εσένα ορίζανε
για ένα ταξίδι - ονειρικό, σ’ άγνωστα μέρη.

Σπαρμένοι κήποι – μαργαρίτες, κάμποι αμάραντοι
κι άνθη πρωτόφαντα στα μάτια, ως ρίμας κρίνα,
δίνουν μιαν αίσθηση γαλήνης – αυλός εύθυμος:
Σε Βαλς, η Οντέτ του Τσαϊκόφσκι, η μπαλαρίνα.

Η σκέψη απάνεμη κι ο νους – ταξίδι στ’ όνειρο
ώσπου, σε ανάμνησης ρωγμή, άρια της Κάλλας
αντιλαλεί μέσ’ στης ψυχής σου τα κατάβαθα: 
Ω! “Κάστα Ντίβα” ονειρική, Νόρμα της Σκάλας.

Η γυμνή μάχα του Ντελ Πράδο – γοργόνα ξύλινη,
χρόνια γλυμμένη από του κύματος τη σμίλη, 
όμως, οι ναύτες οι τρυφεροί και οι πιο φιλόστοργοι,
πάντα ξεπλένουν τ’ αρμυρά, ωραία της χείλη. 

Κι ως του μυαλού σειέται το σύμπαν – κυανός ίλιγγος,
κραυγές πνιγμένων ναυαγών – σάπιο μαδέρι..
“Στις βάρδιες πρέπει να ‘ν’ τα μάτια πάντα ορθάνοιχτα"
είπες· κι ακόμη: "Ο καιρός βροχή θα φέρει".


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Θάλασσα VI


Είπες, θα 'θελες να γράψω στο μετάξι της αφής σου·
φύκη κι εύοσμα λουλούδια να τα βρίσκουν στη στιγμή.
Αν στον έρωτα δε νιώθουν, κάθισε κι αναρωτήσου.
Στης δικής ψυχής το σκάμμα δεν ταιριάζουν οι λυγμοί.

Πάνω στην υγρήν αφή σου, ήβρα δράκους και τελώνια.
Ήβρα που 'σκιωνεν ο Xάρος με το δρέπανον αψύς.
Έζησα να πω πως, είδα σαν σταυρούς τα χελιδόνια,
τα χλωρά δικά και τ' άνθη πώς απλώνονταν στη γης.

Πά' στο ντύμα του κορμιού σου, πρόκαμα τις πεταλίδες,
των γλαρόπουλων τη γρίνια 'κεί στης άμμου τα ρηχά.
Έζησα να πω, στο κάλμα πώς τρεμόπαιζαν οι αχτίδες
και πώς, τα στοιχειά στο κύμα κράζανε για να βρυχά.

Είπες, κι έκατσα να γράψω για τη θάλασσα του απείρου,
για το σύμπαν του βυθού σου και τα μάκρη τ' αχανή.
Κύτταρο δικό σου, κόρη - θάλασσα μικρή του ονείρου, 
έζησα να πω, πως σ' είδα!! Πριν το γήρας και η θανή...


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Η Θάλασσα...

Είν' η δροσιά της πια χωρίς λίγην αγάπη να 'χει.
Θυμώνει αναίτια της ψυχής κι όλο μαζί μου τα 'χει.
Έρημος, τώρα· κι ως παλιά δεν της φιλώ τα χείλη,
λέω: Α να 'ταν ο έρωτας, ν' άνθιζε κάθε Απρίλη.


Ανθολογία Ποιημάτων  "Της θάλασσας" ... 1977 - 1996,


©Γιώργος Ν. Μανέτας



Δεύτερο μέρος

Ποιήματα "Της στεριάς" ... 1990 - 1996)  


Ξένε...


όταν τις σκέψεις μου διαβείς, μην βιαστικά περάσεις.
Στου νου μου στάσου την πλαγιά μ' αντικριστές τις λέξεις.
Να δεις πώς γίνεται η σπορά κι αυτή πώς θα καρπίσει.
Πώς θα γενεί της άνοιξης λουλούδι και θ' ανθίσει.

Κι αν θέλεις, πάρε απ' τον καρπό και πάρε απ' το λουλούδι,
μα σαν μοχθήσεις, ξάπλωσε να κοιμηθείς στο λόγκο.
Να σε σκεπάσουν τα ριζά του Μάρτη και τα χόρτα. 
Να σε ξυπνήσουν τα πουλιά στ' Απρίλη το κλινάρι. 

Κι αν θα νιφτείς, μες στ' αυγινό της άνοιξης το δάκρυ,
να καμωθείς στον άφθαρτο της στάλας της καθρέφτη.
(Λούσου του λόγου τ' ακριβό μου τ' άρωμα θυμάρι,
να σ' οσμιστούνε τα στοιχειά και να σε προσπεράσουν.

Κι αν θα τ' ακούσεις να μιλούν μ' αβάσταγους ψιθύρους,
σκέψου, μην είναι δράκοντες που κουβαλά η ψυχή σου.
Μην αναβάλλεις μια στιγμή, δίχως σπουδή μη σπεύσεις.
Των λουλουδιών τα κίτρινα που σέπονται, πεθαίνουν...)


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Το ψέμα


Λες: Η ζωή σου έρημος δίχως χαρά και γέλιο.
Κι ακόμη, έναν άναστρο πως βλέπεις ουρανό.
Θαρρείς πως όλη σου η ζωή κατήφεια και φραγγέλιο.
Πως γιατρικό στον πόνο σου δεν βρίσκεις ικανό.

Δες: Η ζωή μια ρεματιά, που ρέει στην κατηφόρα,
που δίνει όμως τα θαύματα τα δροσερά, σ΄ αυτόν
που δεν νογά λιγόψυχα και δεν λυγά στη μπόρα.
Θέλει, καρδιά! θέλει, ψυχή! Γι' αυτό σου λέω, λοιπόν:

Τρεις δρόμους έχει, κι απ' αυτούς τον έναν θα διαλέξεις.
Εσύ, ποιον θες να πορευτείς, τον ίσια ή τον λοξά;
Ο πρώτος, λούζεται στο φως. Τον άλλον να προσέξεις.
Αν θες τον τρίτο, διάλεξες τον Xάρο γι’ αμαξά.

Δράκους δεν θα 'βρεις ζωντανούς, θεριό να σε φοβίσει.
Αυτό το σύμπαν φτιάχτηκε στη Χάρη ενός Θεού.
Θροεί σαν φύλλο, μα για δες: Μπορεί να σταματήσει;
Δεν είναι βάσανο η ζωή. Το ψέμα, είναι αλλού...


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Είναι φορές

Της πριγκίπισσας Σίσυ

Είναι φορές, που αισθάνεται μια ζεστασιά η ψυχή μου.
Κι άλλοτε, πάλι, νιώθει αυτή δίχως χαρά καμιά. 
Μην αρκετά δεν έγιανε κάποια παλιά πληγή μου
κι έτσι αθεράπευτη, έφυγε, προς κάποιαν ερημιά;

Είναι φορές, που αισθάνομαι μετέωρη σ' ένα χάσμα,
που από κει μέσα με καλούν για να το κατεβώ
δικοί και φίλοι μου στενοί, που πέρασαν το φάσμα
όταν ο Xάρος θέριζε με δρέπανο ακριβό.

Είναι φορές, που οι σκιές της νύχτας με κυκλώνουν
και με θρασεία κι αναίτια τη συμπεριφορά,
λένε πως είναι αφίλητες και πως κοντά ζυγώνουν,
διψώντας απ' τ’ αχείλι μου την τοξωτή φορά.

Κι είναι φορές, όπου η χαρά στον κήπο περιμένει,
κι είναι μι' απόλαυση ψυχής κείν' η στιγμή του πώς  
γιατί, στο φως τους νιώθω εγώ η ελπίδα να προσμένει:
Πυγολαμπίδες σπέρνουνε τ' αμάραντό τους φως.


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Αποσβέσεις


Το βλέμμα εκείνο το στερνό κρατώ για φυλαχτό 
κι έχω τ' αχνάρι - χάδι σου, στο σώμα τιμημένο.
Παίρνω χαρά να καρτερώ και να σε περιμένω.

Κι όπως για σένα ο νους ορά κι ακοίμητος θωρεί
και ταξιδεύει αδιάκοπα στις κορυφές, στα πλάτια,
η νύχτα ισκιώνει μου το νου και μου σφαλά τα μάτια.

Κι έτσι, ως βυθίζει το κορμί στον ύπνο σιωπηλά,
τείνω το χέρι μου, μα δεν αρκεί για να σε φτάσω.
Έρπω το σχήμα μου θολό, το αχνό σου να προφτάσω.

Κι όταν πια φτάνει μου η στιγμή να σ' έχω γι' αγκαλιά,
μοιάζεις στο φως του αυγερινού να μην είσαι που ξέρω. 
(Να μάθεις ήθελα το πώς, κι όσα για σε υποφέρω...)


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Η παράκληση


Κύριε,

ζητώ για εκείνον, όσο ζω, θάνατος μη προφτάσει.
Πάρτε από μένα όσες φορές πριν να σιωπήσει αυτός.
Ας τρεμοσβήσω εδώ μπροστά σ' αυτό το εικονοστάσι,
σαν του κεριού που αργά – στερνά θα σβήσετε το φως.

Κύριε,

πάρτε από μένα, - όταν ανθός κι απλώστε με στη φύση,
να μπολιαστούν τα ξερικά στης γης την εμπασιά,
ξερολιθιά και δώστε την σ' έναν φτωχό να χτίσει.
Πιο ταπεινό στολίδι σας, σε κάποιαν εκκλησιά.

Κύριε,

θέλω σαν έρθει μου η στιγμή, στο τέλειωμα της μέρας,
που ξαφνικά 'κείν' η χαρά στα μάτια θα σβηστεί,
που θα γκρεμίσουν οι στιγμές σαν διάττοντας αστέρας,
να ραίνει εκείνος τους ανθούς, πού θα 'χω σκορπιστεί.


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Της ψυχής


Συγγνώμη: Που δε στάθηκα σωστή, να σ' αγαπήσω.
Που δεν ποτέ μου νοιάστηκα τον πόνο το δικό.
Άνθρωπε συ, που δίπλα μου, μπορούσα να φιλήσω
ποτέ μου, δε σ' αντίκρισα με βλέμμα φιλικό.

Συγγνώμη: Που δε φύτεψα στη γλάστρα ένα λουλούδι.
Που των ανθών δε μ' άρεσαν οι μύριες ευωδιές.
Που των πουλιών δεν ήθελα ν' ακούσω το τραγούδι.
Οπού γι' αυτά, δεν έγραψα, να ευφράνω τις καρδιές.

Συγγνώμη: Έρωτα, γιατί δεν ήμουν όσα “πρέπει”.
Γιατί, δεν ήμουν αρκετή να σου δοθώ πιστά.
Κι ενώ, το βλέμμα το δικό μου θα 'πρεπε να βλέπει
εσένα· τ' άλλα κοίταγε, τα ξένα, τα ρευστά.

Συγγνώμη: Θέ μου, που μισώ και δεν μπορώ να γιάνω. 
Που 'ν' η ψυχή μου ακάθαρτη κι η σκέψη μου φαιδρή.
Που κι αν γι' αγάπη μίλησες, τ' αντίθετα εγώ κάνω.
Συγχώρεσέ με, πλάστη μου, που δεν είμ' αρκετή.

Συγγνώμες μύριες σάς ζητώ γιατί δεν ήμουν άξια
να σεβαστώ τον έρωτα, τα δέντρα, τα πουλιά.
Να σεβαστώ τον άνθρωπο, η αμαρτωλή κι ανάξια
ψυχή, που δεν λαχτάρησε σταυρό, μιαν εκκλησιά. 

Συγγνώμη...

©Γιώργος Ν. Μανέτας


Η αμαρτωλή


Δε σου 'μεινε φωνή να πεις για τα βουνά, τα δάση,
oύτε χαρά πια σου 'μεινε να τραγουδάς για κείνα.
Σαν να τελειώνει σου η ψυχή, σαν να τελειώνει ο κόσμος.
Μόνο μετάνοια σ' εκκλησιά τώρα για σένα πρέπει.

Μπολιάστηκες έρμη ψυχή στα μάταια των ερώτων
δίχως ποτέ σου να σκεφτείς νερό στους διψασμένους.
Δίχως ποτέ ν' αφουγκραστείς ένα των άλλων δάκρυ.
Δε σ' άφηνε, για να τα δεις, το θάμπος των ματιών σου.

Στα λαμπερά μα πρόσκαιρα της νιότης κείνα χρόνια
τεταραγμένη σύρθηκε στ' ανάσκελα η ψυχή σου.
Ήρθε κι ο χρόνος σ' έντυσε τη νύχτια του ρυτίδα.
Το μαρτυράει το λιγοστό του καντηλιού πια λάδι.

Μαυράγγελοι και Χερουβείμ σε διεκδικούν παρόντα
κι ένας στυγνός σα Χάροντας με τη ρομφαία της δίκης
σου ψιθυρίζει τ' ακριβό του τέλους σου ταξίδι:
Κεκοιμημένη μου αδερφή, ζυγίζω την και φεύγω.

Ψάλλοντας κλαίνε οι άγγελοι δίχως ψυχή στα χέρια,
δίχως πομπή ν' ακολουθεί το λάλον του αρχαγγέλου.
Ένας ανθός μόνο σταυρός, σφοδρός κριτής που ψέλνει:
Των κολασμένων τις ψυχές τις παίρνουν τα τελώνια.

……………………..

Μοίρες κακές με μοίραιναν τη νύχτα που γεννιόμουν
κι ευχή μου δόθηκε στρεβλή να ζω δίχως τον ύπνο.
Όνειρο εγώ δεν γνώρισα, γι' αυτό και δεν θυμάμαι
αν ζωντανή που το 'γραψα, ή τώρα πεθαμένη…


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Το όνειρο


Της Δήμητρας – Λιζέτε


Ήταν μες στ' όνειρο, η αυλή κι όλο το γύρω δάσος.
Για με, το μέλλον φάνταζε δίχως χαρά, καθώς:
«Μέλλειν η κόρη σας διαβεί εις τόπον νεκρανθέμων»,
τη συνεβούλευε, σιγά, τη μάνα μου ο γιατρός.

Γύρω μου γκρέμιζαν βουνά και χάνονταν οι κάμποι
κι έλεγα: Δεν είν' άδικο, που τόσο δα, μικρή...;
Κάτω από πέτρινο σταυρό ήλιος πού θα 'βρει, να 'μπει ;
Πώς να χαρώ μιαν άνοιξη, στ' απόσκιο αυτό, νεκρή;

Γκρίζο, τεφρό είδα το κορμί, τους συγγενείς εμπρός μου.
Το σώμα εκείνο νότιζαν τα δάκρυα κι οι λυγμοί.
Ανατριχίλα, ίδρος πολύς κι αυτός ο εξάγγελός μου:
Κύριε, σ' αυτήν δεν έπρεπε κακό για να συμβεί.

Όνειρο που 'μοιαζε φαιδρό, μα λες και μου συνέβη (…)
Σαν να χαμήλωνε το φως από τον ουρανό.
Μες στον βαθύ τον ύπνο μου, το χέρι αργοσαλεύει.
Ψάχνει. Δεν βρίσκει τίποτα. Το σώμα μου ορφανό.


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Κίτρινο


Της Δήμητρας - Λιζέτε


Τότε, παιδούλα που ήμουνα κι ο κόσμος μου όσο ο κήπος,
δεν είχα σκέψη για μακριά παρά μονάχα, όσο
τα χέρια φτάναν τα κλαριά, που νόμιζ' από μένα,
ως τρυφερά που τα 'πιανα, μπολιάζονταν κι ανθίζαν.

Θυμάμαι ακόμη τη φορά την πρώτη να τ' αγγίζω
φυλλομετρώντας τ' άπειρα σαρκώδη κείνα φύλλα,
κι ακόμη, πώς η μάνα μου με διόρθωνε στα λάθη:
Καθώς δεν πήγαινα σχολειό, ό,τι ήθελα μετρούσα.

Έτσι, μου φάνταζε όμορφη πως μου 'τυχεν η ζήση 
και πως στα χέρια πάντοτε ό,τι έπιανα θ' ανθούσε
μα, ξαφνικά ρημάξανε στους φράχτες τα λουλούδια.
Σε μία στιγμή κιτρίνισαν, και πέσανε, και πάνε.

Τότε, μου το 'παν σιγανά, πως ήρθεν ο χειμώνας.
Πως τα χλωρά ξεβάφουνε τα πράσινά τους φύλλα.
Μα τα νεκρά που κείτονταν, τα πριν αγαπημένα,
τα ξενυχτούσα η δύστυχη, με απορημένης βλέμμα.

Στην παιδική κείνη ψυχή, μόνο θυμός και πόνος:
“Έτσι γκρεμίζεται η χαρά; Μ' ενός βοριά, τ' αγέρι; 
Τώρα, πριν λίγο γέλαγα, με τ' άλαλα μιλούσα”.
Ακόμη, στ' άγριο φύσημα, μαραίνομαι ως εκείνα…


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Τρίτο μέρος:

Ποιήματα "Τα εξ αφορμής ..." 20ο9 - 2014)  


Ζυγός


Η γλώσσα του ηθικού και ενάρετου λογοτέχνη,
είθισται δομημένη με υλικά συγκροτήσεως πεπαιδευμένα
και ικανά να υπηρετούν την τέχνη του με συνέπεια ωρολογοποιού. 
Αυτονόητον, δε, να εικονίζει την εποχή του ουσιώνοντάς την με μεθόδους μηνυματικούς και νοηματικούς. Να αντιτάσσεται, στην εξελικτική της εποχής του παθητικότητα.

Ο ορθός της εκτιμήσεως λόγος του, ευπρόσδεκτος είναι,
και όταν αληθώς δίδεται, παρήγορος είναι.
Αυτός, ο ηθικός και ενάρετος, είναι ο της ευθύνης συμμετοχικός 
και πρέπει υποταγμένος, χάριν της τέχνης του, να ικανώνει τον άνθρωπο αιτιολογώντας του τα αναιτιολόγητα της υπάρξεώς του παρένθετα...

Ο κοινωνός αυτός  Άνθρωπος, είναι ο της προγονικής νοήσεως πρόδρομος ικανός, και ως ζυγοστάτης των λέξεων πρωτουργός, άρχει, ζυγίζοντάς μας
καιρούς αμελείς και ανερμήνευτους… 


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Τούτες τις ώρες, ντροπιάζεται το χώμα που θα μ' έθαβε…


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Τι φταίει, λοιπόν…;


Μη σε κορφή, και λούφαξε; Μη σε σπηλιά, κοιμάται;
Μη το δρομί, κατέβηκε, με κείνη τη φορά μου;
Δίχως στο τάχη να ριγεί και δίχως να φοβάται;
Ποιος μου την έχει; Πείτε μου! Πού κρύφτηκε, η χαρά μου;

Μην έπεσε στου πηγαδιού, στο πέρα δάσος, που 'χει;
Μη μου τη γλύκανε κανείς και πήρε την, μακριά μου;
Μη μου την πήραν τα στοιχειά, του Χάροντα οι κλειδούχοι
και δεν τη φτάνει για να δει, η κοφτερή ματιά μου;

Τι φταίει, λοιπόν; Ποιος με μισεί; Ποιος θέλει το κακό μου;
Οι αναπαυμένοι, μήπως το; Μη τα χτικιά, οι τρακόσοι;
Μη με χαλάει της ξενιτιάς το κακορίζικό μου;
Ποιος τυραννάει την τύχη μου, και θέλει να, ξεστρώσει;


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Αποδημίες


- Ακαθόριστα μ' είδες σ' έναν άγνωστο τόπο
στοιχειωμένη και γύρω να με ζώνει ερημιά.
Μη ματώνεις για μένα καταβάλλοντας κόπο.
Τα δικά μου τα χείλη δίχως γεύση καμιά.

- Κρίνου χρώμα χλωμό να σε φέγγει με χάρη.
Προσπαθώ να σε φτάσω μα τα χέρια λειψά.
- Τι 'ναι κείνο που κρώζει την ψυχή για να πάρει;
- Μην ο δαίμονας – γύπας το κορμί που διψά;

Μην ο γρίφος – τριγμός πως μια ρίζα ζυγώνει;
Μην της σάρκας εκείνο που σου τρώει τη θωριά;
- Σ' ακατάληπτη γλώσσα μου μιλάς που ματώνει.
Βρίθω αρρίζωτη χώμα σε κενό μιαν oργιά.

Ύπνος θα 'ναι που φόβος ξαφνικός μ' ένα δάκρυ.
- Γείρε στ' άλλο πλευρό σου μα διπλώσου σιγά.
- Το μνημούρι στενό και μπερδεύω ποιαν άκρη.
- Να προσέχεις! – Ποιον πρέπει; – Την ψυχή που λυγά.

- Δεν το σώμα δειλό κι η ψυχή που φοβάται.
Δεν η ζέστη, το κρύο κι όσα που 'χω πληγεί.
( Ό,τι κι όσα χρωστώ, καταγής ποιος θυμάται;)
Είν' η πίκρα που νιώθω, στη δική – ξένη γη…


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Κύριε…


παρακαλώ για μιαν ευχή, σ' ό,τι κακό μας βρήκε…
κι αν σας ζητώ, τη λύπη σας στον πόνο που μου βγήκε,
είναι γιατί, στη χώρα μου, οι κυνοβουλευτάδες
απαρνηθήκαν τον αγρό και γίνανε λεφτάδες.

Της διαβολής οι ακίδες τους, στου δαίμονα τα βέλη.
Δεν μεσουράνησαν ποτέ, της πονηριάς οι αγγέλοι.

Παρακαλώ, προσέξετε το γλυκομίλημά τους,
τ' απόμακρο, το σκοτεινό κείνο τ' ανάβλεμμά τους.
Δεν είναι κρίμα μου η σοδειά, άπιαστη πάντα να 'ναι;
Δούλεψα! ξενοδούλεψα, μα τα παιδιά πεινάνε.

Βγήκανε φίδια και σκορπιοί, μα θα 'ν' μόνο για λίγο.
Γράψε· του κλέψαν τη σοδειά, τ' αμπέλι από τον τρύγο.

Γι’ αυτό και μόνο σας ζητώ, μην λυπηθείτε, διόλου!
Τα βδελυρά, τ’ ακάθαρτα, στην εύνοια του διαβόλου.
Σφαλίστε μόν' τα μάτια μου, τ' ανάξιο τούτο στόμα,
κι όσα που γράφτηκαν εδώ, ας παν όλα στο χώμα.


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Το καράβι


Η νύχτα αυτή, που της αυγής προβόδισε το ντύμα,
λούζει με δάκρυα νοτερά της υγρασίας, καράβι:
Αυτό όπως πλέει μες στην ωχρή λιγόφωτη νεφέλη,
μοιάζει ταξίδι απόκοσμο να προσδοκά, σε αβύσσους.

Σε αυτό το ανέγγιχτο πυκνό και αδιόρατο σκοτάδι,
διασπάει αργά τους μυστικούς και χωροχρόνους κόσμους,
τόσο, που στ' άφθαρτα σημεία των καταρτιών του πάνω,
μνήμες – θηλιές και γογγυσμοί, με μυστικά αχερούσια.

Από τα ξάρτια του γκρεμοί αρχαίων οστέινων κόσμων
με λίθινες συρτές λαλιές, σαν ψαλμωδία δαιμόνων -
με αφορεσμών ονόματα κι αναθεμάτων μίση,
αυτά τα χάη θανάσιμα διαρρήγνυαν, βρίζοντάς τα.

Τη νύχτα αυτή, η ερεβική και μεσονύχτια σκέψη,
στους οδυρμούς της πρόσθεσε τ' αρχαίο αυτό καράβι.
Στ' ανοίγματα και στις οπές του μυστικού του κόσμου,
κατόπτρισε μιαν άλυσο και τ' όνομά του: ΑΔΑΛΛЭ ﻤ ﻤ ﻤ ﻤ ﻤ ﻤ


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Κρατοπτρισμοί


Απ' το κρεβάτι αντικριστά και πάνω απ' το τραπέζι,
έναν καθρέπτη έχω παλιό δαρμένο απ' τον καιρό
που όταν νυχτώνει, μια γοργόνα βλέπω να μου γνέφει,
να μου ζητάει να βυθιστώ μαζί της, στο νερό.

Ακόμη, βλέπω ένα παλιό παράταιρο καράβι
με τα φανάρια του σβηστά και τα πανιά σκισμένα,
και κάποιον ναύτη αθώρητο στη νύχτα, να μου γνέφει
για να του φέξω τα ίσαλα, μην είναι σαπισμένα.

Ακόμη, ψίθυρους ακούω στο μένος των ανέμων
με ανούσιες ρίμες μυστικές και χθόνια κοσμημένες,
τόσο, που τις αισθήσεις μου μην χαρωπά ξυπνάνε,
δεσμεύοντας των νυσταγμών συνήθειες ειλημμένες.

Κι ακόμη, εσένα βλέπω εκεί φανταστικέ αναγνώστη,
κρυφά στο μισοσκόταδο τον πόνο να ξεχνάς
γελώντας, συμ-βουλευτικά κι ευέξαπτα να γνέφεις…
πως το δικό σου βάσανο, δεν φεύγει όταν γελάς.

……………………………………………..

Πάνε τρεις νύχτες που ξυπνώ σε κείνο τον καθρέφτη
κι αφυπνισμένα βλέπω εκεί δυο μάτια να κοιτούν,
τόσο καχύποπτα θαρρώ που με περνάω για κλέφτη,
μα λέω μη δώσω κι αφορμή, για εμένα να ντραπούν.


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Της Ξενιτιάς ΙΙΙ


Το λένε τ’ αχαμνά νερά της θάλασσας, τα στέρφα,
το διαλαλούνε τα πουλιά με τον κελαϊδισμό τους,
το λένε τ' άστρα τ’ ουρανού και το χλωμό φεγγάρι:
Χαρά δεν έχει η ξενιτιά, δεν έχει παρηγόρια.

Το λένε στ' άπταιστα οι μικρές του κάμπου πεταλούδες,
του ανέμου οι ψάλτες διαλαλούν στ' ανάμεσα κλωνάρια,
το κράζουνε, κει που ξεσπούν οι γλώσσες των κυμάτων:
Να μην τολμήσεις ξενιτιά, μ' ασταύρωτο το στέρνο.

Τα χαμομήλια της πλαγιάς το μολογούν στα σπάρτα,
το λένε τ' άγρια τα θεριά στα γκρέμια και στα βύθια,
το λεν οι αοιδοί της Κέρκυρας σε μοιρολόι αρχαίο:
Σαν θες να πας στην ξενιτιά, μαύρη να βρω πλερέζα

καθώς, δεν έχει εκεί χαρά, δεν έχει ν' αποστάσεις,
ίσκιο δεν έχει απ' αγριλιά και χώμα να πλαγιάσεις.
Με δίχως μύρτους, γιασεμιά, πώς η ψυχή σου, πλέρια;
Πώς σαν πεθάνεις, ξενικό θα σε δεχτούν τ' αστέρια;


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Έκτακτο


Ελάτε, σκέψη και ψυχή και κρίνετε σαν δείτε
και πείτε, με χελιδονιού κελάηδισμα – φωνή:
«Φέρνω σε σπόρο μι' άνοιξη για ν' αναγεννηθείτε,
για να μπολιάσω την ξερή τη γη που 'ναι γυμνή».

Ελάτε, σκέψη και ψυχή και φέρτε την ελπίδα, -
και φέρτε της τα χρώματα του νόστου τ' αυγινά
αυτά, οπού στερήθηκε μες στη δική πατρίδα,
ο γέροντας, που τη θρηνεί και θέλει τα, πριν να…

Έλα, κορμί, έλα ψυχή και σκέψη μου για κείνη,
εκείνη που τη μόλεψαν μια νύχτα τα χτικιά,
και δώστε της λίγο να πιει νεράκι από την κρήνη,
να ξαπλωθεί το σώμα της στου πεύκου την ισκιά.

Μόνο, μην πιάσεις πράσινο και μολυνθείς ψυχή μου.
Μην πάθεις Δένδια, σκέψη μου και πάψεις, λογική.
Φοβάμαι μη στ' απόσκιο τους και ξεχαστείς κορμί μου,
για δεν θα βρούνε κόκαλο, να κλάψουν κι οι δικοί…


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Η Βαρκούλα


Δίχως κατάρτι και πανί, κι απ' άγκυρα πιασμένη,
πού πας βαρκούλα στο βαθύ το πέλαγο χαμένη;
Εδώ 'χει κύματα – θεριά, ψηλώνουν και σ' αρπάνε!
Μήπως, γι’ αλλού ξεκίνησες κι αλλού κείνα σε πάνε;

Εδώ, δεν έχει ρεμβασμό και στοχασμό για τ' άστρα!
Μηδέ λουλούδια μ' ευανθούς θα δεις ποτέ και γλάστρα.
Δεν έχει φάρου αναλαμπή και στίγμα να σε βρούνε.
Μόνο στοιχειά και δαίμονες της Δύσης εδώ ζούνε.

Εδώ, δεν θα 'βρεις τα ζεστά τ' ανθρώπινα τα χάδια.
Τα κυβερνάει μια θάλασσα που 'ν' η καρδιά της άδεια.
Είν' ο Βορράς, κακότροπος! Όλο φυσάει και βρέχει.
Την 'Αγια εκείνη των νεκρών των ναυτικών, δεν έχει!

Έλα! κουράγιο ελλήνισα βαρκούλα, θα σ' αδράξω.
Θα καθαρίσω το σκαρί και τη ζημιά θα φτιάξω.
Το μπλε θα στρώσω στη στιγμή και κείνο το λευκό σου.
Λευκό και κείνο της ντροπής το μαύρο, ριζικό σου…


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Επίκληση ΙΙ


Το μπλε, πάντα τ' αγαπούσα: Γιατί μοιάζει της θαλάσσης,
γιατί μοιάζει στο Γαλάζιο χρώμα εκείνο τ' ουρανού.
Γιατί στη φωτιά κι ακόμη: Ήθελές το να γεράσεις,
για να καταλάβεις λάθος - φλόγα σού 'καιγε το νου.

Δεν το κόκκινο το χρώμα. Δεν το μαύρο, της αβύσσου.
Δεν το πράσινο, - κι ας μ' έχει τούτο κάνει να πονώ.
Έλα μου στην κλίνη πάνω Θάνατε τώρα κι ευχήσου,
να μη ματαδώ άλλο δείλι, να μη ματαδώ πρωινό.

Δεν η φρίκη της κολάσεως, που αποστρέφω το κεφάλι.
Δεν του πόλεμου το μένος που με κάνει να ριγώ.
Είναι των πολιτικών η αναίδεια που τη σκέψη μου προσβάλλει,
που φοβάμαι, ξενυχτώντας - μήπως στ' όνειρο πνιγώ. 

Σαν θα ξημερώσω κι αύριο, εύσπλαχνε θέ μου - πατέρα,
συ που λογαριάζεις πάντα τούς που πάτησαν στη γη,
κάμε τούς δοτούς να φύγουν, να σκορπίσουν στον αέρα
γιατί, το ποθεί η ψυχή μου! κι η καρδιά μου, αναριγεί...


©Γιώργος Ν. Μανέτας


“Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι”


Κωστή Παλαμά:

Το σπίτι που γεννήθηκα, θα πέσει να πλακώσει,
γιατί δεν είχα που χρωστώ της τράπεζας τη δόση.
Μηδέ και πόρτα μ' άφησαν, τοίχο, μπογιά κι ακόμα
το μαλακό του κήπου μου κατάσχεσαν το χώμα.

Κάθε λουλούδι π' αγαπώ, κάθε του κήπου γλάστρα.
Δεν πήραν μόνο την ψυχή και των ματιών μου τ' άστρα.
Μια πέργκολα, που 'χα λειψή, την πήρανε κι εκείνη.
Οι στοχασμοί κι οι σκέψεις μου, σκιές που 'χουν ξεμείνει.

Ακόμη, πήραν τη χαρά, μου πήραν την ανάσα.
Τέσσερα βάλαν στον νεκρό χερούλια, αντί κάσα.
Θυμάστε, κείνο το μικρό τ’ αξήγητο κοράσι;
Το 'χα κι εγώ στον κήπο μου, μα πήραν το στα δάση

γιατί, με δίχως ΑΦΜ, δεν είχε να δηλώσει.
Χωρίς κλειδάριθμο θαρρώ, θα το 'χουνε σκοτώσει.
Παρακαλώ σας, Παλαμά, πείτε μου, τι μου μένει;
Το σπίτι που γεννήθηκα, να το πατούν οι ξένοι…;


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Το Ψεύδος


Σκοτεινή σαρανταετία, 1974 – 2014 (–)
Η στυγνή δικτατορία των “Δημοκρατών”

Αναθέματα

Θέμα αναθέματος: Το κυνοβουλευτικόν ψεύδος .

Ηγεμών εγώ και μέγας άρχων αρχαίος της τάξης της αβύσσου δεύτερος 
και Ιούδας εγώ της φυλής της πρώτης των ανθρώπων 
κατοίκησα στο θηρίο των στομάτων εκείνων βδέλλα 
και αφαίμαξα και μετάγγισα έως των επιγόνων τα σίελα 
ψεύδη εξ αίματος ικανά να διαφέρουν της αληθείας, ένα:

Των πολέμων θυμός εγώ τροφός και στέφανος των κενοδόξων βασιλέων 
της γης, έστρεψα τους αυτούς ανεντίμους εις φιλαργυρία – πορνεία – φαυλότητα και διαστροφή και αφού φύτεψα το σπόρο της ατιμωρησίας, θέρισα με το δρέπανο της συντελείας διότι τα φρονήματα των αμαρτιών πολλαπλάσια των αναμενομένων ήσαν, τα δε της ηθικής κατάντιας και εξαθλίωσης κέρδη, απροσμέτρητα και πέραν κάθε προσδοκίας.

Για τα παραπάνω της απρεπείας αναίσχυντα, τα μέγιστα ευχαριστώ και ιδιαιτέρως στρέφω τόσο προς τους την φαυλότητα υπανθρώπους διψασμένους για εξουσία, που από τα νερά των πηγών της ανομίας μου ξεδίψασαν τελώντας καθήκοντα ψεύδους, όσο και τους μυήσαντες την ιδιοτέλεια και πάσα άλλη διαβολή και απάτη, ισόθεους προς εμέ, ασεβείς.


Το Ψεύδος 


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Όποιος θέλει να νιώσει ευτυχής, μη νιώσει τώρα…


Τ' αγάλματα Χλωμά, αποστεωμένα.
Η πολιτεία, βυθός
με σπασμένο μπούσουλα,
με τσακισμένη κερκόπορτα…

Κοιμωμένη σε βρήκα,
φιμωμένη και αιμορραγούσα,
βασκαμένη, πικρόθυμη,
αφημένη στις ορέξεις των…

Ντύσου!
Βάλε τις δάφνες και τα στέφανα,
και τα διαδήματα…

Νεράιδα,
παντοδότειρα…


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Του κοπρίτου του δεύτερου


Δύσκολα χρόνια,
εγκυμονούν ερπύστριες
και δημοσιογράφοι,
ρουχολόγοι
και ζωδιομάντες,
μαγειροκόμοι
τηλεχαμόγελοι
και κοινωνικοστοιχηματίες.

Οι παγκοσμιοποιημένοι πάγκοι των λαϊκών
με Καλασνίκοφ και εικόνες Αγίων·
κρυμμένα τα φρούτα.

Χρόνια παράξενα…
Ο Παρθενών
στήνεται και ξεστήνεται,
σ' επιμήκυνση.

Η ματωμένη ποδόσφαιρα
κι ο κοπρίτης ο δεύτερος.
Οι αξίες και υπεραξίες
στ' ακροχείλι τ' ανέργου·
το ψωμί λειψό…

Σε ασθενοφόρους καιρούς, ποσώς:
Για το κλείσιμο του ματιού μιας ηλιαχτίδας
στον καβάλο της άνοιξης.

Ώρα Φουκοσίμα : 14:46:23


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Ιδέα


Ελλάδα: Μήτρα εσύ της γης και λίκνο των ανθρώπων,
στ' όμορφο πάνω σώμα σου φέτος δεν ήρθε Μάρτης.
Δεν ήρθε μι' άνοιξη γλυκιά να πρασινίσει ο κάμπος,
να μπολιαστεί το χώμα σου και πάλι να καρπίσει.

Δεν ήρθε μέλισσα χρυσή μηδέ πουλί κι αηδόνι,
δεν ήρθε σου το φωτεινό της γαλανότητάς σου,
των δειλινών δεν ήρθε σου το πολυαγαπημένο.
Ήρθε μόν' τ’ άστρο της αυγής, αυτό που τρεμοσβήνει.

Πώς νιώθω σε, πόνο βαρύ σαν τη σιωπή σε οδύνη.
Πώς νιώθω σε, Θράκη μισή ποτέ πι' αναστημένη.
Βλέπω μονάχα μαυρανθούς στο μέλλον των ματιών σου.
Βλέπω σταυρούς μαρμάρινους, τα πετροχελιδόνια.

Ελλάδα: Θήλυς άφθαρτο. Δαυλέ συ των αχράντων,
άδολο λίκνο ασύγκριτο στην ύπαρξη των κόσμων,
δεν πρέπει ακάμωτη χωρίς της δόξας το στεφάνι.
Της γης φτάνουν οι λεύτεροι να σε δαφνοστολίσουν.


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Εις την πλατείαν

Πεδίον του Άρεως

Α Καρυωτάκη, Παλαμά, Καββαδία,
με δίχως δάφνες πια και δίχως στεφάνια.
Στην πολύβουη την άλλοτε από κόσμο πλατεία
τ' αγάλματά Σας - μαραμένα γεράνια.

Περίλυπος στέκω κοιτώντας και φρίττω
με στόμα τί χαύνο και φρένα σπασμένα.
Στων αρίστων τα πλήθη φανερά διακηρύττω
πώς πάλλεται ο κόσμος μας με “φώτα σβησμένα”.
.......................................

Δώθε – κείθε κουτάκια και σπασμένα μπουκάλια.
Κιτρινόχρους γι' ανθός στο κλωνάρι καπότα.
Made in China στο πλάι δίχως τούλι βεντάλια
και του δήμου οι λάμπες μ' άνευ ρεύμα και φώτα.

Ζήτω! Ζήτω φωνάζω κι όλοι πέριξ μου: "Ζήτω!
μα δεν είναι σαν κείνα που 'χαν σθένος και τόλμη.
Ναπολέων ντυμένος στο Δαφνί διακηρύττω
μιαν ιδέα δική μου: Μένει χρόνος! γι’ ακόμη…


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Kαταισχύνη


Παρακαλώ σας, πείτε μου! πώς μέσα μου να γιάνω;
Πώς μέσα μου για να χαρώ, που μου 'τυχαν εμπρός μου;
Θαρρώ πως πρέπει να τα πω πριν μου 'ρθει ν' αποθάνω.
Θαρρώ πως πρέπει να γενεί ο απώτερος σκοπός μου:

Στην αχυρένια μια νυχτιά του Νίγηρα καλύβα,
στην αγκαλιά μου ένα παιδί σχεδόν σκελετωμένο,
(τ' αθώα ματάκια του θυμάμαι ακόμη ως με κοιτούσαν)
στα ξαφνικά, ξεψύχησε για το 'χανε ταμένο 

της Δύσης κείνα τα θεριά, οπού κανείς δεν θέλει,
που κλέβουνε της Αφρικής το γάλα και το μέλι.

Στις Φιλιππίνες, στο Ροξάς, δε θα 'τανε τεσσάρων... 
που κάποιος ναύτης Γερμανός το πήρε να χαλάσει.
Σημάδι το 'χω στη ζερβή γροθιά μου, κι έχω ακόμη
τα δόντια εκείνου, που 'σπασα να μην ξαναγελάσει

της Δύσης τ’ άγριο το σκυλί, που θέλει να ξεδώσει,
και την Ασία την πόρνεψε, για να τον ξεπληρώσει...

Κι ήταν, ακόμη, στο Καλάτ που την πετροβολούσαν 
γιατ' είχε κάποιον μόνη της θελήσει ν' αγαπήσει.
Ντράπηκα τόσο κι έκλαψα σαν το 'δα με τα μάτια
που τα 'βγαλα, μη ματαδώ την πρόστυχη τη Δύση

που σπούδασε τους εθνικούς δοτούς της ηγετίσκους,
και με πετρέλαιο μόλυνε τους ηθικούς και θρήσκους. 

Στην Καρθαγένη κι ύστερα, - Θέ μου, συγχώρεσέ με,
μα το 'δα εμπρός να γίνεται το φονικό στην πράξη,
κάποια πολύ που αγάπαγε το νταβαντζή με πάθος,
ένα μαχαίρι τράβηξε κι εκείνον είχε σφάξει. -

Για του χρυσού τ' αντάλλαγμα, τους πήγαν την πανώλη. 
Τους κυβερνούν πανσπερμικά της Δύσης, και Διαβόλοι!

Έχω της μαύρης ξενιτιάς τραγούδια εγώ γραμμένα
που κρύβω χρόνια μέσα μου για δεν πολύ θ' αρέσουν.
Είναι στενάχωρα, γιατί με δάκρυα είναι δοσμένα
τόσο, που θα με οικτίρετε, γιατί θα σας πονέσουν...


©Γιώργος Ν. Μανέτας


Πένες 


Η καραβίσια πένα μου, σταμάτησε· δεν θέλει…
(Με δίχως μπάρκο, πώς μπορεί να πει για τα ταξίδια;
Με δίχως, κείνο τ' άλικο το φως, απ' τα μπορντέλα...
τους λογισμούς μου, πώς μπορεί σωστά για ν' αποδώσει;)

http://gmanetas.blogspot.gr/

Η δεύτερή μου, η στεριανή, έπαψε πια να γράφει.
(Με δίχως δάση, ρεματιές, με δίχως τα λουλούδια...
πώς να μπορέσει, λεύτερα να στέρξει το μελάνι, 
σπόρος να γίνει κι άνοιξης χόρτο – βαθύ κλινάρι;)

http://dimitradelakoyra.blogspot.gr/2010/08/blog-post_9284.html

Η τρίτη, της πολιτικής, είν' της ντροπής η πένα.
(Αυτή, δεν έχει λογισμούς παρήγορους κι ευφράδειες.
Έτσι ασημένια, ως κείτεται δίκοπη μοιάζει κάμα.
Αυτή, μιλά γι' ανθέλληνες - πολιτικούς, προδότες!)

https://georgemanetasexaformis.wordpress.com/2005/03/14/5/

Η τέταρτη, μ' όψη σφοδρή, είν' του Θανάτου η πένα.
(Τούτη, την έχω με άλυσο δεμένη στο κατώγι. 
Μαύρο θυμίζει Χάροντα που ζεύει τ' άλογό του.
Θάλασσες, τούτη, δε νογά! ούτ' ευανθούς και φαύλα…

Σαν είναι τούτη, για να πει… σαν είναι για να γράψει…
αλλοίμονο! στον δύστυχο το νου που την κατέχει:
Θα θέλει αυτόν κάτω, νεκρό! στην άβυσσο, θα θέλει.
Αυτήν, δεν θέλω να κρατώ, δεν θέλω, να κοιτάζω...)

http://georgemanetaspoetry.blogspot.gr/


©Γιώργος Ν. Μανέτας